ἐξαθέρισις Save ἐξαθέρισις, scorning LSJ DGE ἐξᾰθέρ-ισις, εως, ἡ, scorning, Eust. 1910.2. ἐξαθέρισις -εως, ἡ burla, menosprecio τῶν γενείων Eust.1910.2.