ἐξαγωνίζομαι
ἐξαγωνίζομαι, to struggle hard
ἐξᾰγωνίζομαι,
- fight, struggle hard, E. HF 155; περί τινος D.S. 13.73 codd.
1 intr. combatir, luchar hasta el final
τοῖσδ' ἐξαγωνίζεσθε;
περὶ τοῦ τροπαίου
2 tr. vencer, triunfar sobre
τοὺς ὅλους (κινδύνους) ... τῇ πίστει
ἐξ·αγωνίζομαι, f. att. -ιοῦμαι [ᾰ] combattre à outrance : τινι, Eur. H.f. 155, contre qqn ; περί τινος, DS. 13, 73, pour qqe ch.
ἐξαγωνίζομαι, auskämpfen, kämpfen ; Eur. Herc.Fur. 155 ; περί τινος, DS. 13.73.
ἐξαγωνίζομαι
fut. Attic ιοῦμαι
- Dep. to struggle hard, Eur.