ἐξαγωγίς
ἐξαγωγίς, drain
ἐξαγωγ-ίς, ίδος, ἡ,
- drain, IG 11(2).287 A 50 (Delos, iii B. C.), Ph. Bel. 100.32 (pl.).
conducto de evacuación, desagüe
πρὸς ... τὰ ἐνιέμενα ὕδατα ἐξαγωγίδας ὀρύσσειν
τᾶς ἐ[ξαγωγί]δος τᾶς ἐκ τᾶν οὐρηθρᾶν τᾶν ἐ[ν] τᾷ ἱπποστάσει
ἐξαγωγίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] c. le suiv. Math. 100.
ἐξαγωγίς, ίδος, ἡ, Ableitungskanal, Mathem.