ἐξολόθρευμα Save Bailly 2024 Pape ἐξολόθρευμα, ατος (τὸ) ruine, perte, Spt. 1 Reg. 15, 21. Étym. ἐξολοθρεύω. ἐξολόθρευμα, τό, das Zerstörte, LXX.