ἐξοιστικός
ἐξοιστικός, extravagant
ἐξοιστ-ικός, ή, όν,
- extravagant, χαρά Ptol. Tetr. 11, cf. Heph.Astr. 1.1.
ἐξοιστικός, ή, όν, extravagant, Ptol. Tetr. 11.
Étym. ἐξοίσω, fut. de ἐκφέρω.