ἐπιγραμματοποιός
ἐπιγραμματοποιός, epigrammatist
ἐπιγραμμ-ᾰτοποιός, ὁ,
- epigrammatist, Phld. Po. 5.35.9, D.L. 6.14.
ἐπιγραμματο·ποιός, οῦ (ὁ) [μᾰ] faiseur d’épigrammes, DL. 6, 14.
Étym. ἐπίγραμμα, ποιέω.
ἐπιγραμματοποιός, Epigramme machend, D.L.