ἐπίκριτος
ἐπίκριτος, approved
ἐπί-κρῐτος, ον,
- approved, J. BJ 3.5.5 (v.l. ἔκκριτοι).
- II oxyt., ἐπικριτός, ή, όν, capable of determination or resolution, διαφωνία S.E. P. 1.170.
ἐπίκριτος, ος, ον [ῐτ] choisi parmi, choisi, Jos. B.J. 3, 5, 5 ; Sext. 37, 33 Bkk.
Étym. ἐπικρίνω.