ἐπίκρουμα
ἐπίκρουμα, beating
ἐπί-κρουμα, ατος, τό,
- beating with the foot, χθονὸς Ἀργείας S. Fr. 287 (anap.).
ἐπίκρουμα, ατος (τὸ) heurt, choc, Soph. fr. 270.
Étym. ἐπικρούω.
ἐπίκρουμα, τό, das Daraufgeschlagene, Soph. fr. 270 bei Hesych., zw.