ἐπίνητρον
ἐπίνητρον, distaff
ἐπίνητρον, τό,
- distaff, Poll. 7.32, 10.125, EM 362.20.
ἐπίνητρον, τό, der Spinnrocken, Poll. 7.32, ἐφʼ οὗ νήθουσιν ; Hesych. ἐφʼ ᾧ τὴν κρόκην τρίβουσιν ; vgl. EM.