ἐπίνικος
ἐπίνικ-ος, ον,
- = foreg., ἄωτος Pi. O. 8.75, cf. Stratt. 40 (dub.l.): Subst. ἐπίνικος (sc. ὕμνος), ὁ, Aristid. Or. 28(49).34, 61 (pl.).
ἐπί·νικος, ος, ον [νῑ] c. le préc. Pd. O. 8, 75 conj. ; ὁ ἐπ. Arstd. t. 2, 373, chant de victoire.
Étym. ἐπί, νίκη.
ἐπίνικος, [νῑ], zum Siege gehörig, Pind. Ol. 8.75, χειρῶν ἄωτον.
ἐπῐνῑκος, ἐπινίκιος, -ον
- 1of victory ἀλλʼ ἐμὲ χρὴ φράσαι χειρῶν ἄωτον Βλεψιάδαις ἐπίνικον O. 8.75 ἐπινικίοισιν ἀοιδαῖς N. 4.78