ἐπαναγωγός
ἐπαναγωγός, Fortuna Redux
ἐπαν-ᾰγωγὸς Τύχη,
- = Lat. Fortuna Redux, D.C. 54.10.
ἐπαναγωγός, ός, όν [ᾰγ] qui ramène, DC. 54, 10.
Étym. ἐπανάγω.
ἐπαναγωγός, zurückführend, heißt die Τύχη DC. 54.10.