ἐπαναδιπλασιασμός
ἐπαναδιπλασιασμός, doubling
ἐπανα-διπλᾰσιασμός, ὁ,
- doubling, τοῦ αὐτοῦ συμφώνου EM 605.17; repetition, Elias in Porph. 20.22.
ἐπαναδιπλασιασμός, ὁ, Verdoppelung, EM.