ἐπαπόρησις Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπαπόρ-ησις, εως, ἡ, = ἀπορία, Hsch. ἐπαπόρησις, εως (ἡ) action de soulever un doute, une question, Nyss. 2, 418 ; 3, 251. Étym. ἐπαπορέω. ἐπαπόρησις, ἡ, das Zweifeln worüber, = ἀπορία, Sp.