ἐπαρέσκομαι
ἐπαρέσκομαι, to be satisfied
ἐπᾰρέσκομαι,
- to be satisfied, ὡς . . Eustr. in EN 270.16: aor. Med., ἐπηρέσσατο· εὐαρέστους ἐποίησεν, Hsch.