ἐπαρτής
ἐπαρτής, ready for work, equipt
ἐπαρτ-ής, ές, (cf. sq. [ἐπαρτίζω])
- ready-equipped, ἐπαρτέες εἰσὶν ἑταῖροι Od. 8.151, cf. 14.332; νῆες, ἐδωδή, A.R. 1.235, 3.299.
- II (ἐπαρτάω) depending, ἐπαρτέες ἐκ νεφελάων . . πηγυλίδες Orph. Fr. 270.1 (s. v. l.).
ἐπ·αρτής, ής, ές, préparé, prêt, Od. 8, 151, etc. ; A. Rh. 1, 234 ; 3, 299.
Étym. ἐπί, ἀρτάω.
ἐπαρτής, ές, bereit, gerüstet, fertig ; ἑταῖροι Od. 8.151 ; νῆες Ap.Rh. 1.234 ; δαίς 2.1177 u. a. sp.D.
ἐπαρτής
[ἐπ-, ἐπι- 5 + ἀρ-, ἀραρίσκω.]
Equipped, ready Od. 8.151, Od. 14.332 = Od. 19.289.
ἐπαρτής , ές (root ἀρ): equipped, ready. (Od.)
ἐπαρτής
ἐπ-αρτής, ές
ἀρτάω
- ready for work, equipt, Od.