About Report a problem

Menu

ἐπαύρεσις

ἐπαύρεσις, fruition

ἐπαύρ-εσις, εως, ἡ,
  • enjoyment of the fruit of a thing, fruition, μεγάλαι . . ἐπαυρέσιες Hdt. 7.158; ταχείας τὰς ἐ. ποιεῖσθαι Th. 2.53; ἐ. γίγνεται ἀπό τινος Democr. 278.

Saved

Recent