ἐπηλλαγμένως
ἐπηλλαγμένως, crosswise
ἐπηλλαγμένως, Adv., (ἐπαλλάσσω)
- crosswise, Hp. Oss. 16.
- II changeably, Hierocl. Prov. p.462 B.
ἐπηλλαγμένως, adv. alternativement, Hiérocl. de Provid. p. 462 Bekker.
Étym. ἐπαλλάσσω.
ἐπηλλαγμένως, abwechselnd, Hierocl.