ἐπηλύτης
ἐπηλύτης, newcomer, foreigner
ἐπηλ-ύτης [ῠ], ου, ὁ,
- = ἔπηλυς, Th. 1.9 codd., f.l. in X. Oec. 11.4, cf. Poll. 3.54, Philostr. VA 2.9, Procop. Vand. 2.10: —also ἐπήλ-ῠτος, ον, D.H. 3.72, Ph. 1.160.
ἐπηλύτης, ου (ὁ) [ῠ] c. ἔπηλυς, Thc. 1, 9 ; Philstr. V. Ap. 2, 9 ; Phil. 2, 392, 406.
ἐπηλύτης, ὁ, seltenes W. für ἔπηλυς, Thuc. 1.9.
ἐπηλύτης
ἐπηλύτης (ῠ), ου,
= ἔπηλυς II, Thuc.