ἐπικαθιζάνω
ἐπικαθ-ιζάνω,
- = ἐπικαθίζω II, ἐπὶ τὴν κεφαλήν Antiph. 202.12.
ἐπι·καθιζάνω, être assis ou posé sur, ἐπί et l’acc. Antiph. (Ath. 257f).
ἐπικαθιζάνω, = ἐπικαθίζω, ἐπὶ τὴν κεφαλήν Antiphan. bei Ath. VI.257e.