ἐπινυμφίδιος
ἐπινυμφίδιος, bridal
ἐπινυμφ-ίδιος, ον,
- bridal, Ἀΐδας AP 7.182 (Mel.).
ἐπι·νυμφίδιος, ος, ον [ῐδ] nuptial, Anth. 7, 182.
Étym. ἐπί, νύμφη.
ἐπινυμφίδιος, bräutlich, hochzeitlich ; ὕμνος, Brautgesang, Soph. Ant. 808 ; ᾍδης Mel. 125 (VII.182).
ἐπινυμφίδιος
ἐπι-νυμφίδιος, ον
- of or for a bride, bridal, Anth.