ἐπινώτιος
ἐπινώτιος, on the back
ἐπινώτ-ιος, ον,
- on the back, Batr. 80, Luc. Am. 26, Alciphr. 3.68.
- II ἐπινώτιοι, οἱ, shoulder-blades, Poll. 2.133 (v.l. ἐπινώτια).
ἐπινώτιος, ος, ον, qui est sur le dos, Batr. 77 ; Luc. Am. 26 ; Alciphr. 3, 68.
Étym. ἐπί, νῶτον.
ἐπινώτιος, = ἐπινωτίδιος ; Batrach. 88 ; Luc. Amor. 26 ; Alciphr. 3.68.
ἐπινώτιος
ἐπι-νώτιος, ον
νῶτον
- on the back, Batr.