ἐπινωτίδιος
ἐπινωτίδιος, on the back
ἐπινωτ-ίδιος, ον,
- on the back, AP 6.21.3.
ἐπι·νωτίδιος, ος, ον [ῐδ] c. ἐπινώτιος, Anth. 6, 21.
ἐπινωτίδιος, auf dem Rücken, Ep.adesp. 176 (VI.21).
ἐπινωτίδιος
ἐπι-νωτίδιος, ον
νῶτον
- on the back, Anth.