ἐπιτριμμός Save ἐπιτριμμός, crushing LSJ Bailly 2024 ἐπι-τριμμός, ὁ, (ἐπιτρίβω) crushing, Aq. De. 23.1(2). ἐπιτριμμός, οῦ (ὁ) c. ἐπίτριψις, Aqu. Deut. 23, 1.