ἐπιτρόπευσις
ἐπιτρόπευσις, charge, guardianship
ἐπιτρόπ-ευσις, εως, ἡ,
- = -είαI, Pl. R. 554c.
ἐπιτρόπευσις, εως (ἡ) c. le préc. Plat. Rsp. 554c.
ἐπιτρόπευσις, ἡ, die anvertraute Aufsicht, Vormundschaft, τῶν ὀρφανῶν Plat. Rep. VII.554c.