About Report a problem

Menu

ἐπιτροχάω

ἐπιτροχάω, run lightly, gently

ἐπιτροχ-άω,
  • = ἐπιτροχάζω, c. dat., ὕδωρ ἐ. ψαμάθοισι A.R. 4.1266: c. acc., σάρκα..-τροχόωσαι σμώδιγγες Nic. Al. 544: c. gen., κύματος AP 9.306 (Antiphil.): abs., λοξαὶ ἐπιτροχάουσι κέλευθοι D.P. 148; εἶθαρ -τροχάων A.R. 4.1606; ῥαθάμιγγες ἐπιτροχόωσʼ ὑετοῖο Arat. 889.

Saved

Recent