ἐπιφραδής
ἐπιφραδής, ές, mit Ueberlegung, sorgfältig, nur
• adv. ἐπιφραδέως , ἐρέεινε Ap.Rh. 2.1134, 3.83. – Komparat. ἐπιφραδέστερον, Hesych. συνετώτερον.
• adv. ἐπιφραδέως , ἐρέεινε Ap.Rh. 2.1134, 3.83. – Komparat. ἐπιφραδέστερον, Hesych. συνετώτερον.