Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπόρυξις
ἐπόρυξις, digging up
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐποράω
ἐπορβεῖται
ἐποργάω
ἐποργιάζω
ἐποργίζομαι
ἔπορε
ἐπορέγω
ἐπόρεκτος
ἐπορέομαι
ἐπορέω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐποριγνάομαι
ἐπορίνω
ἐπορκίζω
ἐπορκισμός
ἐπορκιστής
ἐπορμ
ἐπορμάω
ἐπορμέω
ἐπορνέωσις
ἐπόρνυμι
ἐπορνύω
ἐπόρομαι
ἔπορον
ἐπορούω
ἐποροφόω
ἔπορσον
ἐπόρυξις
ἐπορύττω
ἐπορχέομαι
ἔπος
ἐποστρακίζω
ἐποστρακισμός
ἐπόσχιον
ἐποτοτύζω
ἐποτρύνω
ἐπουδαῖος
ἐπούδειος
ἐπουλίς
ἔπουλος
ἐπουλόω
ἐπούλωσις
ἐπουλωτικός
ἐπουραῖος
ἐπουράνιος
ἐπουρέω
ἐπουριάζω
ἐπουρίζω
ἔπουρος
ἐπουρόω
ἐπούρωσις
ἐπουσία
ἐπουσιαστικός
ἐπουσιώδης
ἐπουτίς
ἐποφείλω
ἐποφέλλω
ἐποφθαλμέω
…
ἐπόρυξις
Save
ἐπόρυξις, digging up
LSJ
ἐπ-όρυξις, εως, ἡ,
digging up,
δαπέδου
IG
4.823.51 (Troezen).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}