ἐποριγνάομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐποριγνάομαι, = ἐπορέγομαι, τινος Them. Or. 2.33a. ἐπ·οριγνάομαι-ῶμαι, c. ἐπορέγομαι, Thém. 33. ἐποριγνάομαι, = ἐπορέγομαι, Themist. Or. 2.