Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπόσχιον
ἐπόσχιον, offshoot
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐπορέγω
ἐπόρεκτος
ἐπορέομαι
ἐπορέω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐποριγνάομαι
ἐπορίνω
ἐπορκίζω
ἐπορκισμός
ἐπορκιστής
ἐπορμ
ἐπορμάω
ἐπορμέω
ἐπορνέωσις
ἐπόρνυμι
ἐπορνύω
ἐπόρομαι
ἔπορον
ἐπορούω
ἐποροφόω
ἔπορσον
ἐπόρυξις
ἐπορύττω
ἐπορχέομαι
ἔπος
ἐποστρακίζω
ἐποστρακισμός
ἐπόσχιον
ἐποτοτύζω
ἐποτρύνω
ἐπουδαῖος
ἐπούδειος
ἐπουλίς
ἔπουλος
ἐπουλόω
ἐπούλωσις
ἐπουλωτικός
ἐπουραῖος
ἐπουράνιος
ἐπουρέω
ἐπουριάζω
ἐπουρίζω
ἔπουρος
ἐπουρόω
ἐπούρωσις
ἐπουσία
ἐπουσιαστικός
ἐπουσιώδης
ἐπουτίς
ἐποφείλω
ἐποφέλλω
ἐποφθαλμέω
ἐποφθαλμιάω
ἐποφθαλμίζω
ἐποφθάλμιος
ἐποφλισκάνω
ἐποφρύδιον
ἐποχέομαι
…
ἐπόσχιον
Save
ἐπόσχιον, offshoot
LSJ
ἐπόσχιον, τό,
offshoot
of a vine,
Gal.
19.100.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}