ἐρατοπλόκαμος
ἐρᾰτο-πλόκᾰμος, ον,
- = ἐρασιπλόκαμος, Orph. H. 44.2.
ἐρατο·πλόκαμος, ος, ον [ᾰᾰ] aux tresses aimables, Orph. H. 43, 2.
Étym. ἐρατός, πλόκαμος.
ἐρατοπλόκαμος, = ἐρασιπλόκαμος, Orph. PH. 42.2.