ἐργαστηριακοί Save Bailly 2024 Pape ἐργαστηριακοί, ῶν (οἱ) gens d’atelier, ouvriers, artisans, Pol. 38, 4, 5. Étym. ἐργαστήριον. ἐργαστηριακοί, οἱ, Handwerksleute, neben βάναυσοι Pol. 38.4.5.