ἐργατήσιος
ἐργατήσιος, producing an income
ἐργᾰτ-ήσιος, α, ον,
- = ἐργάσιμος, χώρα dub. in Plu. Cat.Ma. 21 (v.l. ἔργα πίσσια).
ἐργατήσιος, α, ον [γᾰ] productif, fertile, Plut. Cato ma. 21.
Étym. ἐργάτης.
ἐργατήσιος, einträglich, ergiebig, χώρα Plut. Cat. mai. 21.
ἐργατήσιος
ἐργᾰτήσιος, α, ον
- producing an income, Plut.