ἐρσοφόρος Save LSJ ἐρσοφόρος, = ἀρρηφόρος, τῶν ἁγιωτάτων μυσταρίων prob. in IG 12 (2).255 (Mytil.); cf. ἐρρηφορέω, ἐρσηφορία.