ἐσθλός
ἐσθλός, ἐσθλός ή όν, noble, fine, good (adjective)
- = ἀγαθός, good of his kind, ἐ. ἐν σταδίῃ Il. 15.283: later c. inf., A.R. 1.106, etc.: hence
- I of persons, brave, stout, ἐσθλὸν ἐνὶ προμάχοισι Il. 4.458, etc.; opp. δειλός, Hes. Op. 214; noble, opp. κακός, οὔ τινα γὰρ τίεσκον..οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐ. Od. 22.415; πένιχρος οὐδεὶς πέλετʼ ἔσλος οὐδὲ τίμιος Alc. 49; τόκηες Id. Supp. 25.12; εἴτʼ εὐγενὴς πέφυκας εἴτʼ ἐσθλῶν κακή S. Ant. 38; ἐσθλοῦ πατρὸς παῖς Id. Ph. 96; ἀπʼ ἐσθλῶν δωμάτων E. Andr. 772 (lyr.), etc.; of horses, well-bred, Il. 23.348.
- 2 morally good, faithful, φίλος S. OT 611; εἰς ἡμᾶς γεγώς Id. El. 24; τινι Naumach. ap. Stob. 4.23.7; κύνα ἐσθλὴν ἐκείνῳ, πολεμίαν τοῖς δύσφροσιν A. Ag. 608.
- 3 like ἐΰς and φίλος, weakened almost to a possess. pron., ἐσθλὸν ἀνεψιὸν ἐξεναρίξας Il. 16.573, cf. 5.469, Od. 3.379.
- II of things, good of their kind, φάρμακα, κτήματα, κειμήλια, Il. 11.831, Od. 2.312, Il. 9.330, etc.
- 2 of mind, qualities, etc., νόος Od. 7.73; βουλή Il. 9.76; ἔπος 1.108; κλέος 5.3, Pi. P. 4.175: freq. in neut. pl., μυρίʼ..ἐσθλὰ ἔοργε Il. 2.272; ἔσθλʼ ἀγορεύοντες, κακὰ δὲ φρεσὶ βυσσοδόμευον Od. 17.66; ἔσλων ἢ κάλων Sapph. 28, cf. Supp. 2.4.
- 3 fortunate, lucky, ὄρνιθες Od. 24.311; ὕπαρ 19.547; χάρματα Pi. O. 2.19; γάμοι E. IA 609; τύχη S. OC 1506; ἀράσαντο πάμπαν ἔσλα τῷ γάμβρῳ Sapph. 51.4; ἐσθλόν, τό, good luck, prosperity, opp. κακόν, Il. 24.530; παρὰ καὶ κακῷ ἐσθλὸν ἔθηκεν Od. 15.488; ἐσλὸν βαθύ Pi. O. 12.12.
- 4 Subst. ἐσθλά, τά, goods, πυρὴν ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν Od. 10.523; εἴ τις ἐσλὰ πέπαται Pi. P. 8.73.
- 5 ἐσθλόν [ἐστι] c. inf., it is good, expedient to.., Il. 24.301: also pl., οὐ γὰρ ἐσθλὰ .. κερτομέειν Archil. 64.—Poet. word, used by X. Cyr. 1.5.9, Chrysipp.Stoic. 3.60, Luc. Syr.D. 19 (Ion.), etc.
1. van pers. edel, voortreffelijk, voornaam (sociaal en moreel):
2. van zaken voortreffelijk, goed:
-ή, -όν.
- 1
Well-born, noble Od. 6.284.
- 2
Warlike, soldierly, stout, skilful in fight Il. 2.366, Il. 4.458, Il. 6.444, Il. 24.167, etc.: Od. 8.582, 585, Od. 22.204.
Absol.: ἐσθλὰ [τεύχεα] ἐ. ἔδυνεν Il. 14.382. Cf. Il. 5.176 = Il. 16.425, Il. 9.319, Il. 22.158.
- 3
Passing into (4): πατέρʼ ἐσθλόν Od. 1.115. Cf. Od. 2.46, 71, Od. 3.98 = Od. 4.328, Od. 3.379, Od. 4.236, 724 = 814, Od. 4.726 = 816, Od. 16.214, Od. 19.395, Od. 23.360.
- 4
Good, worthy, serviceable, skilled: ἀγορηταί Il. 3.151. Cf. Il. 5.51, Il. 7.126, Il. 20.396, Il. 23.112, 546, 636: ἑταῖροι Od. 2.391. Cf. Od. 2.33, Od. 3.471, Od. 5.110 = 133 = Od. 7.251, Od. 8.110, Od. 11.7 = Od. 12.149, Od. 14.104, Od. 15.310, 557, Od. 16.263, Od. 17.381, Od. 19.334, Od. 23.331, Od. 24.427.
Of horses Il. 23.348.
Absol.: ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν Od. 6.189. Cf. Od. 8.553, Od. 22.415 = Od. 23.66.
- 5
In moral sense, good, of right feeling.
Absol.: φρένες ἐσθλῶν Il. 13.115, Il. 15.203. Cf. Il. 9.514.
Of the mind, showing discretion, good judgment or discernment, well-balanced: νόον Il. 13.733. Cf. Il. 17.470: Od. 2.117 = Od. 7.111, Od. 7.73, Od. 11.367.
- 6
Of things or abstractions, good of their kind, good, excellent, fine, helpful, in place, or the like: ἔπος (promising good fortune) Il. 1.108, φάρμακα Il. 11.831. Cf. Il. 1.576, Il. 5.3, Il. 10.213, Il. 14.382, Il. 18.313, etc.: κτήματα Od. 2.312, ὁμοφροσύνην Od. 6.182. Cf. Od. 6.30, Od. 9.242, Od. 12.347, Od. 19.547 (boding well), etc.
Morally good or fitting.
Absol.: ἐσθλά τε καὶ τὰ χέρεια Od. 18.229 = Od. 20.310.
- 7
Absol. in neut. ἐσθλόν
- a
A good thing.
With infin.: ἐ. [ἐστι] Διὶ χεῖρας ἀνασχέμεν Il. 24.301.
- b
What is good, good: ἄλλοτε κακῷ κύρεται ἄλλοτʼ ἐσθλῷ Il. 24.530. Cf. Od. 15.488.
- a
- 8
- a
Absol. in neut. pl. ἐσθλά
in sense 7.b: μυρίʼ ἐσθλὰ ἔοργε (has done much good service) Il. 2.272, ἐσθλὰ φραζομένῳ Il. 12.212. Cf. Il. 10.448: ἔσθλʼ ἀγορεύοντες (fair words) Od. 17.66. Cf. Od. 20.86. - b
Good or valuable material things: πολλὰ καὶ ἐσθλά Od. 4.96. Cf. Od. 10.523 = Od. 11.31.
- a
- 1
- 1good of his kind, good, brave, Hom., esp. in Il.;—also, rich, wealthy, Hes.: noble, opp. to κακός (v. ἀγαθός 1), εἴτʼ εὐγενὴς πέφυκας εἴτʼ ἐσθλῶν κακή Soph.
- 2of things, Hom., etc.
- 3good, fortunate, lucky, Od., Trag.
- 4as Subst., ἐσθλά, τά, goods, Od.:—but ἐσθλόν, good luck, Hom.
- 5ἐσθλόν ἐστι, c. inf. it is good, expedient to do, Il.
-
…ψυχὴν δʼ Ἄϊδι κλυτοπώλῳ. ὣς φάτο, τὸν δʼ ἐνένιπε Μενοιτίου ἄλκιμος υἱός · Μηριόνη τί σὺ ταῦτα καὶ ἐσθλὸς ἐὼν ἀγορεύεις ; ὦ πέπον οὔ τοι Τρῶες ὀνειδείοις ἐπέεσσι νεκροῦ χωρήσουσι · πάρος τινὰ γαῖα καθέξει. ἐν γὰρ…
Homer, Iliad
-
…δατεῦντο. τὴν δὲ πολὺ πρῶτος ἴδε Τηλέμαχος θεοειδής, ἧστο γὰρ ἐν μνηστῆρσι φίλον τετιημένος ἦτορ, ὀσσόμενος πατέρʼ ἐσθλὸν ἐνὶ φρεσίν, εἴ ποθεν ἐλθὼν μνηστήρων τῶν μὲν σκέδασιν κατὰ δώματα θείη, τιμὴν δʼ αὐτὸς ἔχοι καὶ δώμασιν…
Homer, Odyssey
-
…· οὐ γάρ τις πρότερος Τρώων κλειτῶν τʼ ἐπικούρων Πάτροκλον βάλε δουρὶ κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην · τώ με ἔα κλέος ἐσθλὸν ἐνὶ Τρώεσσιν ἀρέσθαι, μή σε βάλω, ἀπὸ δὲ μελιηδέα θυμὸν ἕλωμαι. τὸν δὲ μέγʼ ὀχθήσας προσέφη ξανθὸς…
Homer, Iliad
-
…μὲν γάρ τις ὅδʼ ἄλλος Ὀλύμπια δώματʼ ἐχόντων, ἀλλὰ Διὸς θυγάτηρ, κυδίστη Τριτογένεια, ἥ τοι καὶ πατέρʼ ἐσθλὸν ἐν Ἀργείοισιν ἐτίμα. ἀλλὰ ἄνασσʼ ἵληθι, δίδωθι δέ μοι κλέος ἐσθλόν, αὐτῷ καὶ παίδεσσι καὶ αἰδοίῃ παρακοίτι…
Homer, Odyssey
-
…προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς · Ἀμφίνομʼ, ἦ μάλα μοι δοκέεις πεπνυμένος εἶναι · τοίου γὰρ καὶ πατρός, ἐπεὶ κλέος ἐσθλὸν ἄκουον, Νῖσον Δουλιχιῆα ἐΰν τʼ ἔμεν ἀφνειόν τε · τοῦ σʼ ἔκ φασι γενέσθαι, ἐπητῇ δʼ ἀνδρὶ ἔοικας…
Homer, Odyssey
-
…σὺν νηυσὶ πόλεις ἀλάπαξʼ ἀνθρώπων, πεζὸς δʼ ἕνδεκά φημι κατὰ Τροίην ἐρίβωλον · τάων ἐκ πασέων κειμήλια πολλὰ καὶ ἐσθλὰ ἐξελόμην, καὶ πάντα φέρων Ἀγαμέμνονι δόσκον Ἀτρεΐδῃ · ὃ δʼ ὄπισθε μένων παρὰ νηυσὶ θοῇσι δεξάμενος διὰ παῦρα δασάσκετο…
Homer, Iliad
-
…τοι κυκεῶ, βαλέει δʼ ἐν φάρμακα σίτῳ. ἀλλʼ οὐδʼ ὣς θέλξαι σε δυνήσεται · οὐ γὰρ ἐάσει φάρμακον ἐσθλόν, ὅ τοι δώσω, ἐρέω δὲ ἕκαστα. ὁππότε κεν Κίρκη σʼ ἐλάσῃ περιμήκεϊ ῥάβδῳ, δὴ τότε σὺ…
Homer, Odyssey
-
…δρᾷ, φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει. οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα εἴτʼ εὐγενὴς πέφυκας εἴτʼ ἐσθλῶν κακή. τί δʼ, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδʼ ἐν τούτοις, ἐγὼ λύουσʼ ἂν ἢ ʼφάπτουσα προσθείμην πλέον…
Sophocles, Antigone
-
…δῖον ἐλαύνοι Ἀδρήστου ταχὺν ἵππον, ὃς ἐκ θεόφιν γένος ἦεν, ἢ τοὺς Λαομέδοντος, οἳ ἐνθάδε γʼ ἔτραφεν ἐσθλοί. ὣς εἰπὼν Νέστωρ Νηλήϊος ἂψ ἐνὶ χώρῃ ἕζετʼ, ἐπεὶ ᾧ παιδὶ ἑκάστου πείρατʼ ἔειπε. Μηριόνης δʼ ἄρα…
Homer, Iliad
-
…κυδίστη Τριτογένεια, ἥ τοι καὶ πατέρʼ ἐσθλὸν ἐν Ἀργείοισιν ἐτίμα. ἀλλὰ ἄνασσʼ ἵληθι, δίδωθι δέ μοι κλέος ἐσθλόν, αὐτῷ καὶ παίδεσσι καὶ αἰδοίῃ παρακοίτι · σοὶ δʼ αὖ ἐγὼ ῥέξω βοῦν ἦνιν εὐρυμέτωπον ἀδμήτην, ἣν οὔ…
Homer, Odyssey