ἐσχατόεις
ἐσχᾰτόεις, in acc. ἐσχατόεντα, f.l. for ἐσχατόωντα, D.P. 65.
ἐσχατόεις, εσσα, εν, poet. = ἔσχατος, als v.l. für ἐσχατόωσα in den hom. Stellen, St.B., Suid.
ἐσχατόεις
ἐσχᾰτόεις, εσσα, εν
= ἔσχατος, Theocr.