ἐφεστρίδιον
ἐφεστρίδιον, τό, Dim. of sq., Luc. Merc.Cond. 37, DMort. 20[10].4, al.
ἐφεστρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. du suiv. Luc. M. cond. 37.
ἐφεστρίδιον, τό, dim. zu ἐφεστρίς, Luc. merc.cond. 37, Schol. κεκρύφαλος.
ἐφεστρίδιον, ου, τό,
Dim. of ἐφεστρίς, Luc.