ἐφεστώς Save Bailly 2024 Grieks Nederlands ἐφεστώς, ῶσα, ός, part. pf. att. d’ἐφίστημι. ἐφεστώς -ῶσα -ός ptc. perf. van ἐφίσταμαι (ἐφίστημι).