ἐχίδιον
ἐχίδιον, young viper
ἐχίδιον, τό,
- young viper, Arist. HA 558a29 (v.l. ἐχίδνιον); cf. ἐχείδιον.
ἐχίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite vipère, Arstt. H.A. 5, 34, 2.
Étym. ἔχις.
ἐχίδιον, τό, = ἐχείδιον, Arist. H.A. 5.1, μικρόν.