ἐχίειον
ἐχίειον [ῐ], τό,
- = ἔχιον II, Nic. Th. 65, 637.
- II Adj. -ειος, α, ον, = ἐχιδναῖος, Tz. H. 12.840.
ἐχίειον, ου (τὸ) c. ἔχιον, Nic. Th. 65, 637.
ἐχίειον, τό, = ἔχιον, Nic. Th. 65, 637.