ἑδραίωμα
ἑδραίωμα, a foundation, base
ἑδραί-ωμα, ατος, τό,
- stay, support, τῆς ἀληθείας 1 Ep.Ti. 3.15.
1 sede
ἑ. τῆς Σιών τὸ κλίμα ἐστὶ τοῦ βορρᾶ
• asiento, fijeza
(ἡ γῆ) διὰ κονίαν ... σαθρὰ καὶ μὴ ἔχουσα ἑ.
2 fig. soporte, sostén, fundamento c. gen. de abstr.
τῆς ἀληθείας
τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως
νηστείας
• ref. pers.
στῦλον καὶ ἑ. τῶν ἐνταῦθα
τῆς Ἐκκλησίας
glos. a ἔρεισμα
ἑδραίωμα, ατος (τὸ) base solide, soutien, NT. 1 Tim. 3, 16.
Étym. ἑδραιόω.
ἑδραίωμα, τό, die Stütze, Bekräftigung, NT.
Strong 1477
*†
a support, bulwark, stay (Vg.
ἑδραίωμα
from ἑδραῖος
ἑδραίωμα, ατος, τό,
- a foundation, base, NTest.