ἑδραιότης
ἑδραιότης, stability
ἑδραι-ότης, ητος, ἡ,
- stability, Corn. ND 14, Procl. in Prm. p.794 S., in Ti. 2.49D.
- II sedentary occupation, D.Chr. 7.110.
1 estabilidad, firmeza en fil. neoplatónica
τὸ πῦρ ... ἂν διεφορήθη μηδεμιᾶς μετασχὸν (τῆς γῆς) ἑδραιότητος
Τηθὺς ... τὴν ἑδραιότητα παρέχεται
πρὸς σύμβολον τοῦ <ἐξ> ἐνδομενείας καὶ ἑδραιότητος
ἦν ποτε ἐν στάσει καὶ ἑδραιότητι τυγχάνων
κατ' ἀλήθειαν
ἡ τῆς πίστεως ἑ.
ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ
2 sedentarismo
δι' ἀργίαν τε καὶ ἑδραιότητα
ἑδραιότης, ητος (ἡ) assiette solide, fermeté, fixité, Clém. 2, 465 c Migne.
Étym. ἑδραῖος.
ἑδραιότης, ητος, ἡ, das Festsitzen ; Unveränderlichkeit, Sp.