ἕδρα
ἕδρα, a sitting-place
- I sitting-place:
- 1 seat, chair, stool, bench, Il. 19.77, Od. 3.7; ἀγοραί τε καὶ ἕδραι 8.16, cf. 3.31; seat of honour, περὶ μέν σε τίον . . ἕδρῃ τε κρέασίν τε Il. 8.162, 12.311; ἕδραις γεραίρειν τινά X. Cyr. 8.1.39; τιμίαν ἕ. ἔχειν A. Eu. 855; throne, ἐκβαλεῖν ἕδρας Κρόνον Id. Pr. 203; θακεῖν παγκρατεῖς ἕ. to sit on an almighty throne, ib. 391, cf. Pers. 466.
- 2 seat, abode, freq. in pl., Pi. O. 7.76, P. 11.63, etc.; esp. of the gods, sanctuary, temple, Id. I. 7(6).44, A. Ag. 596, etc.; also νέοικος ἕ. station for ships, Pi. O. 5.8; ναύλοχοι ἕδραι S. Aj. 460: periphr., ἕδραισι Θεράπνας Pi. P. 11.63; Παρνησοῦ ἕδραι A. Eu. 11, cf. E. Tr. 557 (lyr.); βλεφάρων ἕ. the eye, Id. Rh. 8 (anap.); ὄμματος ἕ. ib. 554 (lyr.).
- 3 seat or place of anything, ἐξ ἕδρας out of its right place, Id. Ba. 928, cf. Plu. Fab. 3; καταναγκάσαι ἐς ἕδρην Hp. Mochl. 38; ὁ ἥλιος ἐκλιπὼν τὴν ἕ. Hdt. 7.37; τὴν τοῦ ἥπατος ἕ., σπλάγχνου, etc., Pl. Ti. 67b, 72c, etc.; ἐκ τῆς ἕ. ὠθεῖν ib. 79b; ἔχειν ἕδραν to keep its place, Arist. Mete. 356a4; μεταθέσεις ἐξ ἕδρας ἀτόμων Epicur. Fr. 61; ἕδραν στρέφειν to wriggle, Thphr. Char. 27.14; στοὰν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἕ. ἐπαναγαγεῖν D.C. 57.21; base, Plu. Demetr. 21: metaph. in Rhet., D.H. Dem. 31, etc.; of a plant, Gp. 5.9.9.
- 4 ἡ ἕ. τοῦ ἵππου the back of the horse, on which the rider sits, X. Eq. 5.5, 12.9, Eq. Mag. 4.1.
- 5 in pl., quarters of the sky in which omens appear, A. Ag. 118 (lyr.), E. HF 596.
- 6 seat of a physiological process, ἕ. ἀναθρέψεως Gal. 18(2).105.
- II sitting, esp. of suppliants, ἕδραν ἔχειν προστρόπαιον A. Eu. 41, cf. S. OT 13, OC 112.
- 2 sitting still, Hp. Aër. 20: hence, inactivity, delay, περιημέκτεε τῇ ἕδρῃ Hdt. 9.41; ἀχθομένων τῇ ἕ. Th. 5.7; οὐχ ἕδρας ἀκμή S. Aj. 811; οὐχ ἕδρας ἀγών E. Or. 1291; οὐχ ἕδρας ἔργον B. Fr. 11; also οἰκίης ἕδρῃ sitting at home, Herod. 4.92.
- 3 position, γονυπετεῖς ἕδραι kneeling, E. Ph. 293 (lyr.); βέλεος ἕδρη place occupied by a weapon which fixes itself in the skull, Hp. VC 7.
- 4 sitting, session of a council, etc., εὐθὺς ἐξ ἕδρας when he rose from the sitting, S. Aj. 780 (but ἐξ ἕδρας ἀνίσταται ib. 788, means from quietude); ἕδραν ποιεῖν to hold a sitting, And. 1.111, cf. IG 1(2).110.41.
- III seat, breech, fundament, Hdt. 2.87, Hp. Aph. 5.22, Ar. Th. 133, etc.; of birds and animals, rump, Arist. HA 633b8, Simon Eq. 9, etc.
- IV Geom., face of a regular solid, Theol.Ar. 37.
A como lugar en donde
I
1 asiento
a) concr.
μετέειπεν ... Ἀγαμέμνων αὐτόθεν ἐξ ἕδρης
Agamenón habló desde su propio asientoἐξ ἕδρας ἀνίστατε
• asiento corrido, escaño para actos públicos
ἐννέα δ' ἕδραι ἔσαν, πεντηκόσιοι δ' ἐν ἑκάστῃ
ἔμπληντο βροτῶν ἀγοραί τε καὶ ἕδραι
• como mueble
τὰν ἕδραν δ' ἐκύλισεν ὑπὲκ ποδός
hizo rodar el escabel de debajo de sus pies para ahorcarse
b) implicando un rasgo de respeto asiento de honor, solio, trono
περὶ μέν σε τίον ... ἕδρῃ
Ξέρξης ... ἕδραν γὰρ εἶχε παντὸς εὐαγῆ στρατοῦ, ὑψηλὸν ὄχθον
τούτους ... ἕδραις καὶ πάσαις τιμαῖς ἐγέραιρεν
2 sede de un dios o un héroe
σὺ (las Erinis) τιμίαν ἕδραν ἔχουσα
οἳ μὲν θέλοντες ἐκβαλεῖν ἕδρας Κρόνον
παγκρατεῖς ἕδραι
del trono de Zeusσοὶ μὲν ἕ. θείοισι μετ' ἀνδράσι
• de enterramientos
σὺ θάσσεις τάσδε τυμβήρεις ἕδρας
de la tumba de Proteoτάφου τοῦδ' εἰς ἕδρας ἐγὼ πάλιν στείχω
II arq. y mec.
1 base, soporte
τετράγωνος
ἕδρη μεγάλη ... ἐπὶ τῆς ὁ νηὸς ἐπικέαται
ἡ ... τοῦ κρατῆρος ἕ. καὶ βάσις
τὸ ἔργον ἀπὸ ἕδρας ἕως τοῦ ἐπάνω θόλου ... ἀνα[σ]τήσαντες
• fig. cimiento, fundamento
σὺ γὰρ εἶ, κύριε, ... ἡ ἕ. τῶν αἰώνων
pues tú, Señor, eres el fundamento de los eones
2 lecho, paramento, superficie inferior o superior de un sillar IG 13.476.9 (V a.C.),
θήσει λίθους ... πρὸς ἀλλήλους ἁρμόττοντας καὶ εἰς ἕδραν ἀσκάστους
• gener. lecho superior
τὰς] ἕδρας καὶ τὰ]ς ἐφέδρας θή[σ]ει ἀστ[ραφεῖς] καὶ ἁ[ρμ]οττούσας ὅ[λ]ας
τιθέναι δὲ τοὺς λίθους ἕδραν ποιοῦντα
ξύσας ὀρθὸν πρὸς διαβήτην πρὸς τοῦ κειμένου θεμελίο[υ] τὴν ἕδραν
• tb. lecho inferior, sobrelecho
καθιεῖ εἰς ἕδραν ὁμοίως πανταχῇ
III geom.
1 cara
αἱ ἕδραι τοῦ πολυέδρου
2 cara inferior de un cilindro, base
ἔφεδρα
‘cara superior’
IV anat. en sent. amplio y medic.
1 lugar específico, sede de un ente físico o un proceso fisiológico
τὸ πλησίον ἐκ τῆς ἕδρας ὠθεῖ
ἕ. ... καὶ ἀρχὴ ἀναθρέψεως
αἱ ἕδραι τοῦ πάθους
2 sitio, lugar propio de los órganos del cuerpo
ἡ τοῦ ἥπατος ἕ.
ἕ. σπλάγχνου
βλεφάρων ... ἕ.
ὄμματος ἕ.
ojoδεῖ ... καταναγκάσαι δὲ τὰ ὑπερέχοντα ἐς ἕδρην
las partes que sobresalen hay que colocarlas en su sitio de un hueso dislocado
• de un músculo inserción, origen
ἐν τῇ τῆς ἕδρας ἀνατομῇ
3 señal, marca en el lugar del cráneo en el que se produjo un golpe
ἕδρης ἐγγενομένης ἐν τῷ ὀστέῳ βέλεος
V lugar en sent. amplio
1 morada, sede, habitación
πατέρ' Ἄκρων' ἐκάρυξε καὶ τὰν νέοικον ἕδραν
κέκληνται δέ σφιν ἕδραι
moradas así llamadas por ellos (por sus nombres)εἰς τήνδε γαῖαν ἦλθε Παρνασσοῦ θ' ἕδρας
(Apolo) llegó a esta tierra y a su morada del ParnasoΤίρυνθι συμβέβηκεν ὥστ' ἔχειν ἕδραν
Περγάμων ἕδρας
τἄλλα δ' οἰκίης ἔδρῃ δαισόμεθα
οὐρανὸν ... Διὸς ἕδρην
τούτους ἅπαντες οἱ λοποὶ λάροι νομῆς τε καὶ ἕδρας χαρίζονται
2 de los dioses templo, santuario
χαλκόπεδον θεῶν ἕδραν
ἐν θεῶν ἕδραις
ἕδραισι Θεράπνας
en los santuarios (de los Dióscuros) de Terapna
3 gener. lugar, sitio
παμπρέπτοις ἐν ἕδραισιν
del cielo donde aparecen los presagiosὄρνιν δ' ἰδών τιν' οὐκ ἐν αἰσίοις ἕδραις
ὁ ἥλιος ἐκλιπὼν τὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕδρην
ἀέλιον ... ἕδραν ἀλλάξαντα
ἐξ ἕδρας σοι πλόκαμος ἐξέστηχ' ὅδε
οὐκ ἔχειν γὰρ ἕδραν
del agua del Tártaro según Platónῥεύματα ποταμῶν ἐξ ἕδρας μετέστη
αὐτὴν (στόαν) ... ἐς τὴν ἀρχαίαν ἕδραν ... ἐπανήγαγε
ἡ τοῦ πυρὸς ἕ.
ναύλοχοι ἕδραι
fondeaderos
4 ret. posición en la frase o el discurso
ποίας ἐγκλίσεις ἐκφερόμενα (τὰ ῥήματα) ... κρατίστην ἕδραν λήψεται
en qué modo deberían ir los verbos para que ocupen la posición más importanteἐν ἕδραις ἀσφαλέσι καὶ πλατείαις αὐτὰ πάντα (ὀνόματα) βεβηκέναι
εἰς ἕδραν ἀσφαλῆ τελευτῶσι
B anat.
1 ref. pers. nalgas, posaderas, culo
ἕδρῃ ... τὸ θερμὸν φίλιον
ὑπὸ τὴν ἕδραν αὐτὴν ὑπῆλθε γάργαλος
τὴν ἕδραν στρέφειν
• ano
κατὰ δὲ τὴν ἕδρην ἐσηθήσαντες καὶ ἐπιλαβόντες τὸ κλύσμα
τὸ οὖρον διὰ τῆς ἕδρας ... ἀποκρινόμενον
2 de animales de monta, ref. la parte sobre la que se sienta el jinete lomo
ἕ. τοῦ ἵππου
ἐχέτω ... τὴν ἕδραν ὡς μικροτάτην
3 de otros animales:
a) rabadilla
ποιοῦνται δὲ καὶ περὶ τὴν ἕδραν κίνησιν
αἱ δ' αἴθυιαι ... τοὺς δ' ἐσθιομένους ἰχθύας εὐθὺ διὰ τῆς ἕδρας ἐκκρίνουσιν
b) posaderas, ancas
ἔχει τούς ὄρχεις ... τὰ δὲ (los vivíparos) πρὸς τῇ ἕδρᾳ, καθάπερ οἱ ὕες
4 bot. raíz
κεδρίᾳ ἐλαχίστῃ τὰ ἄκρα τῆς ἕδρας τοῦ φυτοῦ χρίειν
C indic. situación
I
1 posición sedente, sentada
ὁρῶ ... ἄνδρα ... ἕδρας ἔχοντα προστρόπαιον
veo a un hombre sentado como suplicanteτίνας ποθ' ἕδρας τάσδε μοι θοάζετε;
κατοικτίρων ἕδραν
παλαιοὶ σῆς ἕδρας ἐπίσκοποι
γονυπετεῖς ἕδρας προσπίτνω σ'
de rodillas me prosterno ante tí
2 sesión de la asamblea
Φαντοκλέ[α] δὲ προσαγαγν ... πρὸς τν βολν ἐν τι πρτι hέδραι
ἕδραν ποιεῖν ἐν τῷ Ἐλευσινίῳ
ἕδραι βουλῆς
II
1 inacción, inactividad
Μαρδόνιος περιημέκτεε τῇ ἕδρῃ
τῶν γὰρ στρατιωτῶν ἀχθομένων μὲν τῇ ἕδρᾳ
οὐχ ἕδρας ἔργον
οὐχ ἕδρας ἀκμή
no es el momento de permanecer inactivoοὐχ ἕδρας ἀγών
2 retraso, demora
ἕδρας καὶ ἐπιρίας χάριν
•Deriv. en *-reHi̯2 de la r. *sed-, cf.
1. zetel, troon, zitplaats:
2. het zitten, zittende positie:
3. zitvlak, anus:
1) Alles worauf man sitzt, Stuhl, Sessel, Bank, Il. 19.77, Od. 3.7 u. sonst ; der Plag, wo man sitzt, τίειν τινὰ ἕδρᾳ, Einen durch einen Ehrenplatz auszeichnen, Il. 8.161, 12.311 ; τιμίαν ἕδραν ἔχειν Aesch. Eum. 817 ; τιμαῖς, δώροις, ἀρχαῖς, ἕδραις γεραίρειν τινα, Xen. Cyr. 8.1.39 ; ἕδρης εἴκειν τινί Phocyl. 208 ; der Thron, ἐκβαλεῖν ἕδρης Κρόνον Aesch. Prom. 201 ; ἕδραν ἔχειν, seinen Sitz haben, sitzen, ἐπʼ ὀμφαλῷ Eum. 41 ; ἐκ τῆσδʼ ἕδρας ἔξελθε Soph. O.C. 36 ; ἐξ ἕδρας ἀνιστάναι, von seinem Sitz aufstehen heißen, Aj. 775 ; ἐκ τῆς ἕδρας ὠθεῖν Plat. Tim. 79b ; übh. = Ort, ἡ τοῦ ἥπατος ἕδρα, der Sitz der Leher, 67b. Bei den Aerzten der Sitz einer Krankheit. – Bes. in den Tempeln der Götter ; χαλκόπεδος θεῶν ἕδρα Pind. I. 6.44 ; ἐν θεῶν ἕδραις Aesch. Ag. 582, Suppl. 408, die 469 geradezu βωμοί heißen.
2) Alles, worauf Etwas sitzt, ruht, Grundlage, Basis, Plut. Demetr. 21 u. a.Sp.; ἕδραν στρέφειν τινί, Einem die Grundlage entziehen, ihm ein Bein unterschlagen, Theophr. Char. 27.
3) das Gefäß, der Hintere, Her. 2.87 ; Hippocr. u. A. Auch der Nachtstuhl u. der Stuhlgang, Medic.
4) das Sitzen, die Sitzung ; Od. 3.31, 8.16 ; ἕδρας θοάζειν Soph. O.R. 2 ; ἕδραν ποιεῖν, Sitzung halten, Andoc. 1.111 ; DC. oft von Senatssitzungen.
5) das Zaudern, Verweilen, Her. 9.41 Thuc. 5.7 ; οὐχ ἕδρας ἔργον οὐδʼ ἀμβολᾶς Bacchyl. bei Ath. XIV.631c ; οὐχ ἕδρας ἀκμή Soph. Aj. 798 ; vgl. Eur. Or. 1241.
- a dwelling place of gods or men. ὃν πατέρʼ Ἄκρων ἐκάρυξε καὶ τὰν νέοικον ἕδραν Kamarina O. 5.8 ἀπάτερθε δʼ ἔχον ἀστέων μοίρας, κέκληνται δέ σφιν ἕδραι (Kamiros, Ialysos, Lindos) O. 7.76 αἵτε ναίετε καλλίπωλον ἕδραν Χαρίτες Orchomenos O. 14.2 Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον χρυσέαις ἐν ἕδραις (perhaps seats) P. 3.94 τὸ μὲν παρʼ ἆμαρ ἕδραισι Θεράπνας, τὸ δʼ οἰκέοντας ἔνδον Ὀλύμπου P. 11.63 βραχὺς ἐξικέσθαι χαλκόπεδον θεῶν ἕδραν I. 7.44 ]ς ἕδραι θε[ Πα. 13c. 7.
- b sitting, assembly εἶδεν δʼ (sc. Πηλεύς) εὔκυκλον ἕδραν, τὰν οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τʼ ἐφεζόμενοι δῶρα καὶ κράτος ἐξέφαναν N. 4.66
- Ia sitting-place:
- 1a seat, chair, stool, bench, Hom.: a seat of honour, Il., Xen.
- 2a seat, of the gods, a sanctuary, temple, Pind., Trag.
- 3the seat or place of anything, Hdt.; ἐξ ἕδρας out of its right place, Eur.:— a foundation, base, Plut.
- 4ἡ ἕδρα τοῦ ἵππου the back of the horse, on which the rider sits, Xen.
- 5ἕδραι are the quarters of the sky in which omens appear, Aesch., Eur.
- IIa sitting, Aesch., Soph.: of a position, γονυπετεῖς ἕδραι kneeling, Eur.
- 2a sitting still, inactivity, delay, Hdt., Thuc.; οὐχ ἕδρας ἀκμή ʼtis not the season for sitting still, Soph.
- 3the sitting of a council, Soph.
- IIIthe seat, breech, fundament, Hdt.
-
…ξυρεῖ γὰρ ἐν χρῷ τοῦτο μὴ χαίρειν τινά. τί μʼ αὖ τάλαιναν, ἀρτίως πεπαυμένην κακῶν ἀτρύτων, ἐξ ἕδρας ἀνίστατε ; τοῦδʼ εἰσάκουε τἀνδρός, ὡς ἥκει φέρων Αἴαντος ἡμῖν πρᾶξιν ἣν ἤλγησʼ ἐγώ. οἴμοι, τί φής…
Sophocles, Ajax
-
…βέλεα στονόεντα χέοντο. τῷ δʼ ἐπὶ μακρὸν ἄϋσε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ · Τυδεΐδη περὶ μέν σε τίον Δαναοὶ ταχύπωλοι ἕδρῃ τε κρέασίν τε ἰδὲ πλείοις δεπάεσσι · νῦν δέ σʼ ἀτιμήσουσι · γυναικὸς ἄρʼ ἀντὶ τέτυξο. ἔρρε κακὴ γλήνη…
Homer, Iliad
-
…, πανταχῇ δὲ δύσποτμα. ἐπεὶ τάχιστʼ ἤρξαντο δαίμονες χόλου στάσις τʼ ἐν ἀλλήλοισιν ὠροθύνετο, οἱ μὲν θέλοντες ἐκβαλεῖν ἕδρας Κρόνον, ὡς Ζεὺς ἀνάσσοι δῆθεν, οἱ δὲ τοὔμπαλιν σπεύδοντες, ὡς Ζεὺς μήποτʼ ἄρξειεν θεῶν, ἐνταῦθʼ ἐγὼ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…Διαγόρας. κἀμοὶ δοκοῦσιν. ἡσυχίαν τοίνυν ἄγειν βέλτιστόν ἐσθʼ, ἕως ἂν εἰδῶμεν σαφῶς. Ἴακχʼ ὦ πολυτίμητʼ ἐν ἕδραις ἐνθάδε ναίων, Ἴακχʼ ὦ Ἴακχε, ἐλθὲ τόνδʼ ἀνὰ λειμῶνα χορεύσων ὁσίους ἐς θιασώτας, πολύκαρπον μὲν τινάσσων περὶ…
Aristophanes, Frogs
-
…ὑπόειξεν Ὀδυσσεύς · Τηλέμαχος δʼ ἑτέρωθεν ἐρήτυε φώνησέν τε · ἧσʼ, ὦ ξεῖνʼ · ἡμεῖς δὲ καὶ ἄλλοθι δήομεν ἕδρην σταθμῷ ἐν ἡμετέρῳ · πάρα δʼ ἀνὴρ ὃς καταθήσει. ὣς φάθʼ, ὁ δʼ αὖτις ἰὼν κατʼ ἄρʼ ἕζετο…
Homer, Odyssey
-
…μισεῖ δέ μʼ Ἑλλήνων στρατός, ἔχθει δὲ Τροία πᾶσα καὶ πεδία τάδε. πότερα πρὸς οἴκους, ναυλόχους λιπὼν ἕδρας μόνους τʼ Ἀτρείδας, πέλαγος Αἰγαῖον περῶ ; καὶ ποῖον ὄμμα πατρὶ δηλώσω φανεὶς Τελαμῶνι ; πῶς με τλήσεταί ποτʼ…
Sophocles, Ajax
-
…, οἳ δʼ ἐχάρησαν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ μῆνιν ἀπειπόντος μεγαθύμου Πηλεΐωνος. τοῖσι δὲ καὶ μετέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων αὐτόθεν ἐξ ἕδρης, οὐδʼ ἐν μέσσοισιν ἀναστάς · ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος ἑσταότος μὲν καλὸν ἀκούειν, οὐδὲ ἔοικεν ὑββάλλειν…
Homer, Iliad
-
…ἔχω τίνα μηλοθύταν πορευθῶ. μόνος δʼ ἄν, εἰ φῶς τόδʼ ἦν ὄμμασιν δεδορκὼς Φοίβου παῖς, προλιπεῖν ἦνεν ἕδρας σκοτίους Ἅιδα τε πύλας · δμαθέντας γὰρ ἀνίστα, πρὶν αὐτὸν εἷλε διόβολον πλῆκτρον πυρὸς κεραυνίου. νῦν δὲ βίου…
Euripides, Alcestis
-
…σκήψητε, μηδʼ ἀκαρπίαν τεύξητʼ, ἀφεῖσαι δαιμόνων σταλάγματα, βρωτῆρας αἰχμὰς σπερμάτων ἀνημέρους. ἐγὼ γὰρ ὑμῖν πανδίκως ὑπίσχομαι ἕδρας τε καὶ κευθμῶνας ἐνδίκου χθονὸς λιπαροθρόνοισιν ἡμένας ἐπʼ ἐσχάραις ἕξειν ὑπʼ ἀστῶν τῶνδε τιμαλφουμένας. ἰὼ θεοὶ νεώτεροι, παλαιοὺς…
Aeschylus, Eumenides
-
…ὑπερστατεῖ. εἴπερ γʼ ἀπʼ ἀρχῆς πραγμάτων κοινωνὸς ἦν. αἰδοῦ σὺ πρύμναν πόλεος ὧδʼ ἐστεμμένην. πέφρικα λεύσσων τάσδʼ ἕδρας κατασκίους. βαρύς γε μέντοι Ζηνὸς ἱκεσίου κότος. Παλαίχθονος τέκος, κλῦθί μου πρόφρονι καρδίᾳ, Πελασγῶν ἄναξ .…
Aeschylus, Suppliant Women