ἑπτακαιδεκαετής
ἑπτακαιδεκαετής, of seventeen years
ἑπτᾰκαιδεκᾰετής, ές,
- of seventeen years, χρόνος D.S. 2.2.
- 2 (parox.) seventeen years old, Plb. 4.24.1, Poll. 1.55: ἑπτακαιδεκέτης D.L. 5.6.
ἑπτακαιδεκαετής, ές, = ἑπτακαιδεκέτης, Pol. 4.24 DS. 2.2 ; Poll. 1.55.