About Report a problem

Menu

ἑστίαμα

ἑστίαμα, an entertainment, banquet

ἑστί-ᾱμα, ατος, τό, (ἑστιάω)
  • banquet, τὰ Ταντάλου θεοῖσιν ἑ. E. IT 387: metaph., ἐμπιπλὰς ὀργὴν κακῶν ἑστιαμάτων Pl. Lg. 935a.

Saved

Recent