ἑτερήρης Save LSJ Bailly 2024 Pape ἑτερ-ήρης, ες, (*ἄρω) = ἀμφήρης, Max. 165. ἑτερ·ήρης, ης, ες, qui s’adapte à l’un ou à l’autre côté, Max. π. κατ. 165. Étym. ἕτερος, *ἄρω. ἑτερήρης, ες, = ἀμφίβολος, Sp.