ἑτερογνωμοσύνη
ἑτερογνωμοσύνη, difference of opinion
ἑτερο-γνωμοσύνη, ἡ,
- difference of opinion, J. AJ 10.11.7, Hsch. s.v. διχόνοια.
ἑτερογνωμοσύνη, ης (ἡ) différence d’opinions, Jos. A.J. 10, 11, 7.
Étym. ἑτερογνώμων.
ἑτερογνωμοσύνη, ἡ, andere Meinung, Jos.