ἑτερειδής
ἑτερειδής, illusory
ἑτερ-ειδής, ές,
- = ἑτεροειδής, illusory, ἄλην ἑ. λεύσσων Nic. Al. 84.
ἑτερ·ειδής, ής, ές, c. ἑτεροειδής, Nic. Al. 84.
ἑτερειδής, ές, = ἑτεροειδής, Nic. Al. 84.