ἔγχλοος
ἔγχλοος, ον,
- = ἔγχλωρος, Nic. Th. 506, al.; metapl. acc. ἔγχλοα ib. 676.
verdoso, verde
ἔγχλοα φλοιόν
ἰχθύς
εἰκών
τὰ φύλλα
• del rostro lívido
ἔγχλοα κύκλα προσώπου
ἔγ·χλοος, οος, οον, c. le suiv. Nic. Th. 506, 615 ||
➳ Acc. irrég. ἔγχλοα, Nic. Th. 676, 885.
Étym. ἐν, χλόα.
ἔγχλοος, = ἔγχλωρος, Nic. Th. 506 ; ibd. 676, 885 acc. sing. ἔγχλοα.