ἐγχρῄζω
ἐγχρῄζω, to have need
- want, have need of, c. gen., ib. 1.3 S., POxy. 1766.10 (iii A. D.).
- II intr., to be needful or useful, εἰς ὕδωρ Gp. 20.19 tit.; ἰατροῖς ἐγχρῄζει τὸ ψέγειν prob. in Phld. Ir. p.21 W., cf. BGU 226.9 (i A.D.), Apollon. Mir. 36; τὰ ἐγχρῄζοντα necessaries, condemned by Luc. Hist.Conscr. 22.
1 necesitar, precisar de c. gen. de pers. o abstr.
ἐν[ί]ων ... συνεργίαν ... παρεξομέν[ων
τῆς τοῦ ... ἡγεμόνος μισοπονηρίας
καθάρσεως καὶ περιρραντηρίων
2 ser útil, necesario
ἰατροῖς [ἐ]νγχρή<ι>ζ[ει] τὸ ψέγειν
εἰς τὰς αὐτάς ... χρείας
ὥστε ἐγχρῄζειν εἰς ὕδωρ
de un cebo para pescar echándolo al aguaοἱ στρατιῶται ἠγόραζον τὰ ἐγχρῄζοντα
frase considerada vulgarismo
• en especificaciones de contratos
παρὲξ τόπων ἐνχρῃζόντων εἰς ἐλαιουργεῖον
excepto los lugares necesarios para la almazaraαἱ ἐνχρῄζουσαι τροφαί
φυλλολογίαι ἑ (l. αἱ) ἐγχρήσουσαι
τὰ ἐγχρῄζοντα ξύλα
• ser útil, estar en uso
οἰκόπεδα ἐγχρήζοντα
- to have need: ἐγχρῄζοντα necessaries, Luc.