ἔγχρεμμα
ἔγχρεμμα, spitting
ἔγχρεμμα, ατος, τό,
- spitting, in pl., Plu. Profect. 2.82b (dub. l.).
sent. dud., quizá escupitajo, expectoración
τὰ δ' ἐντὸς αἴσχη τῆς ψυχῆς καὶ τὰ περὶ τὸν βίον †ἐγχρέμματα
ἔγχρεμμα, ατος (τὸ) crachat jeté par mépris sur qqn, Plut. M. 82b.
Étym. ἐγχρέμπτομαι.
ἔγχρεμμα, τό, das Ausgespuckte, Plut. profect. virt. sent. p. 259, καὶ φθόνοι καὶ κακοήθειαι.